Πρόκειται για μια νέα σχετικά θεραπευτική προσέγγιση σε πληθώρα παθήσεων οι οποίες δεν ανταποκρίνονται τόσο καλά στις συνηθισμένες θεραπείες.
Με τον όρο βιοανάδραση ή βιολογική ανατροφοδότηση αναφερόμαστε σε οπτικά ή ακουστικά ερεθίσματα που προσλαμβάνουμε μετά από μια συνειδητή ή ασυνείδητη δράση του οργανισμού μας. Για παράδειγμά ένας χορευτής που ασκείται μπροστά από έναν καθρέφτη, εκτελεί μια βιο-λογική δράση και ταυτόχρονα λαμβάνει από τον καθρέφτη οπτικά ερεθίσματα σχετικά με το αποτέλεσμα αυτής της δράσης (ανάδραση). Αυτό τον βοηθάει στο να τελειοποιήσει την τεχνική του στο χορό. Παρόμοια παραδείγματα μπορούμε να βρούμε πολλά στην καθημερινή μας ζωή όπως για παράδειγμα το ταχύμετρο του αυτοκινήτου που μας δίνει πληροφορία για την δύναμη με την οποία πατάμε το πετάλι κ.α.
Στα συγκεκριμένα παραδείγματα η δράση είναι συνειδητή - ο χορευτής εκτελεί εκούσια τις κινήσεις - υπάρχουν όμως βιολογικές λειτουργίες του οργανισμού μας, οι οποίες ελέγχονται από το αυτόνομο νευρικό σύστημα και γίνονται δίχως τη δική μας θέληση και χωρίς να τις αντιλαμβανόμαστε. Τέτοιες λειτουργίες είναι η αναπνοή, οι καρδιακοί παλμοί, η θερμοκρασία του σώματος, ο μυϊκός σπασμός, η αρτηριακή πίεση και πολλές άλλες. Σε διάφορες παθήσεις, οι λειτουργίες αυτές είναι επηρεασμένες και βρίσκονται εκτός φυσιολογικών ορίων, με αποτέλεσμα να παρουσιάζονται διάφορα προβλήματα τα οποία ταλαιπωρούν ένα ευρύ φάσμα ασθενών.
Με τη συγκεκριμένη θεραπεία, γίνεται προσπάθεια ο ασθενής να καταφέρει να ελέγξει τις λειτουργίες αυτές και να τις προσαρμόσει σε φυσιολογικά επίπεδα βελτιώνοντας έτσι το πρόβλημά του. Αυτή η μέθοδος θεραπείας προτάθηκε για πρώτη φορά στις αρχές της δεκαετίας του 60΄ όπου επιβεβαιώθηκε ότι ο άνθρωπος έχει την δυνατότητα να ελέγξει και να τροποποιήσει αυτόματες και αντανακλαστικές λειτουργίες που υπάγονται στο αυτόνομο νευρικό του σύστημα, αρκεί να λάβει άμεση και ακριβή πληροφόρηση σχετικά με τις λειτουργίες αυτές. Αρχικά έγιναν μελέτες σε πειραματόζωα, ενώ στη δεκαετία του ΄70 άρχισαν οι πρώτες κλινικές εφαρμογές στον άνθρωπο για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων παθήσεων ή δυσλειτουργιών.
Σήμερα έχουν κατασκευαστεί αξιόπιστα μηχανήματα που καταγράφουν λεπτές μεταβολές του αυτόνομου νευρικού συστήματος και τις παρουσιάζουν με εύληπτη μορφή (οπτικοακουστικά σήματα τα οποία αυξομειώνονται ανάλογα με την ένταση της καταγραφόμενης λειτουργίας) σε οθόνη ηλεκτρονικού υπολογιστή. Η καταγραφή αυτή γίνεται με τη βοήθεια ηλεκτροδίων (επιφανειακά ή υποδερμικά), τα οποία τοποθετούνται σε διάφορα σημεία του σώματος ανάλογα με την πάθηση. Έτσι ο θεραπευμένος έχει τη δυνατότητα να παρακολουθεί τα σήματα αυτά και εκτελώντας εξατομικευμένες χαλαρωτικές ή φυσικές ασκήσεις να προσπαθεί να τα επαναφέρει σε επιθυμητά επίπεδα. Καταγράφοντας για παράδειγμα την ένταση των αυχενικών μυών, σε μια τυπική περίπτωση αυχεναλγίας, ο ασθενής μαθαίνει να τους χαλαρώνει συνειδητά, ελαττώνοντας έτσι τον αυχενικό πόνο. Με τον τρόπο αυτό ο ασθενής έχει μια εικόνα των βιολογικών του λειτουργιών που σε άλλη περίπτωση θα ήταν μη αντιληπτή.
Είναι φανερό ότι οι συσκευές αυτές δεν είναι θεραπευτικά μέσα ανάλογα των άλλων συσκευών ηλεκτροθεραπείας, Laser κλπ. που χρησιμοποιούνται στη φυσικοθεραπεία και αλλού. Η συσκευή από μόνη της δεν έχει κανένα θεραπευτικό αποτέλεσμα. Το θεραπευτικό αποτέλεσμα προκύπτει από τη συνεργασία του ασθενή με το θεραπευτή και την εφαρμογή συγκεκριμένων ασκήσεων. Με τον τρόπο αυτό, ο ασθενής αποκτά τον έλεγχο πάνω σε διάφορες βιολογικές λειτουργίες του οργανισμού του μέσα από μια διαδικασία που δεν είναι παθητική αλλά απαιτεί την ενεργή (εγκεφαλική) συμμετοχή του.
Κάθε συνεδρία διαρκεί κατά προσέγγιση 30 λεπτά, ενώ ο αριθμός των συνεδριών είναι συνάρτηση της πάθησης και της προόδου του ασθενή. Συνήθως χρειάζονται 10 με 20 συνεδρίες οι οποίες γίνονται με συχνότητα 1 έως 5 φορές εβδομαδιαίως.
Η βιοανάδραση έχει ένδειξη στην αποκατάσταση του χρόνιου μυοσκελετικού πόνου συμπεριλαμβανομένου του πόνου από αρθρίτιδα, μυϊκό σπασμό, οσφυαλγία, αυχεναλγία κ.α. καθώς και στην ενδυνάμωση και επανεκπαίδευση μυών μετά από τραύμα, χειρουργική επέμβαση ή νοσήματα του νευρικού συστήματος (ημιπληγία, σπαστικότητα μυών κ.α.).
Καλά αποτελέσματα φαίνεται να υπάρχουν επίσης σε κεφαλαλγία τάσης, άσθμα, διάφορα νοσήματα πεπτικού, στον έλεγχο της ακράτειας καθώς και στη γενική χαλάρωση και τον έλεγχο του άγχους του ασθενή.
Με τον όρο βιοανάδραση ή βιολογική ανατροφοδότηση αναφερόμαστε σε οπτικά ή ακουστικά ερεθίσματα που προσλαμβάνουμε μετά από μια συνειδητή ή ασυνείδητη δράση του οργανισμού μας. Για παράδειγμά ένας χορευτής που ασκείται μπροστά από έναν καθρέφτη, εκτελεί μια βιο-λογική δράση και ταυτόχρονα λαμβάνει από τον καθρέφτη οπτικά ερεθίσματα σχετικά με το αποτέλεσμα αυτής της δράσης (ανάδραση). Αυτό τον βοηθάει στο να τελειοποιήσει την τεχνική του στο χορό. Παρόμοια παραδείγματα μπορούμε να βρούμε πολλά στην καθημερινή μας ζωή όπως για παράδειγμα το ταχύμετρο του αυτοκινήτου που μας δίνει πληροφορία για την δύναμη με την οποία πατάμε το πετάλι κ.α.
Στα συγκεκριμένα παραδείγματα η δράση είναι συνειδητή - ο χορευτής εκτελεί εκούσια τις κινήσεις - υπάρχουν όμως βιολογικές λειτουργίες του οργανισμού μας, οι οποίες ελέγχονται από το αυτόνομο νευρικό σύστημα και γίνονται δίχως τη δική μας θέληση και χωρίς να τις αντιλαμβανόμαστε. Τέτοιες λειτουργίες είναι η αναπνοή, οι καρδιακοί παλμοί, η θερμοκρασία του σώματος, ο μυϊκός σπασμός, η αρτηριακή πίεση και πολλές άλλες. Σε διάφορες παθήσεις, οι λειτουργίες αυτές είναι επηρεασμένες και βρίσκονται εκτός φυσιολογικών ορίων, με αποτέλεσμα να παρουσιάζονται διάφορα προβλήματα τα οποία ταλαιπωρούν ένα ευρύ φάσμα ασθενών.
Με τη συγκεκριμένη θεραπεία, γίνεται προσπάθεια ο ασθενής να καταφέρει να ελέγξει τις λειτουργίες αυτές και να τις προσαρμόσει σε φυσιολογικά επίπεδα βελτιώνοντας έτσι το πρόβλημά του. Αυτή η μέθοδος θεραπείας προτάθηκε για πρώτη φορά στις αρχές της δεκαετίας του 60΄ όπου επιβεβαιώθηκε ότι ο άνθρωπος έχει την δυνατότητα να ελέγξει και να τροποποιήσει αυτόματες και αντανακλαστικές λειτουργίες που υπάγονται στο αυτόνομο νευρικό του σύστημα, αρκεί να λάβει άμεση και ακριβή πληροφόρηση σχετικά με τις λειτουργίες αυτές. Αρχικά έγιναν μελέτες σε πειραματόζωα, ενώ στη δεκαετία του ΄70 άρχισαν οι πρώτες κλινικές εφαρμογές στον άνθρωπο για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων παθήσεων ή δυσλειτουργιών.
Σήμερα έχουν κατασκευαστεί αξιόπιστα μηχανήματα που καταγράφουν λεπτές μεταβολές του αυτόνομου νευρικού συστήματος και τις παρουσιάζουν με εύληπτη μορφή (οπτικοακουστικά σήματα τα οποία αυξομειώνονται ανάλογα με την ένταση της καταγραφόμενης λειτουργίας) σε οθόνη ηλεκτρονικού υπολογιστή. Η καταγραφή αυτή γίνεται με τη βοήθεια ηλεκτροδίων (επιφανειακά ή υποδερμικά), τα οποία τοποθετούνται σε διάφορα σημεία του σώματος ανάλογα με την πάθηση. Έτσι ο θεραπευμένος έχει τη δυνατότητα να παρακολουθεί τα σήματα αυτά και εκτελώντας εξατομικευμένες χαλαρωτικές ή φυσικές ασκήσεις να προσπαθεί να τα επαναφέρει σε επιθυμητά επίπεδα. Καταγράφοντας για παράδειγμα την ένταση των αυχενικών μυών, σε μια τυπική περίπτωση αυχεναλγίας, ο ασθενής μαθαίνει να τους χαλαρώνει συνειδητά, ελαττώνοντας έτσι τον αυχενικό πόνο. Με τον τρόπο αυτό ο ασθενής έχει μια εικόνα των βιολογικών του λειτουργιών που σε άλλη περίπτωση θα ήταν μη αντιληπτή.
Είναι φανερό ότι οι συσκευές αυτές δεν είναι θεραπευτικά μέσα ανάλογα των άλλων συσκευών ηλεκτροθεραπείας, Laser κλπ. που χρησιμοποιούνται στη φυσικοθεραπεία και αλλού. Η συσκευή από μόνη της δεν έχει κανένα θεραπευτικό αποτέλεσμα. Το θεραπευτικό αποτέλεσμα προκύπτει από τη συνεργασία του ασθενή με το θεραπευτή και την εφαρμογή συγκεκριμένων ασκήσεων. Με τον τρόπο αυτό, ο ασθενής αποκτά τον έλεγχο πάνω σε διάφορες βιολογικές λειτουργίες του οργανισμού του μέσα από μια διαδικασία που δεν είναι παθητική αλλά απαιτεί την ενεργή (εγκεφαλική) συμμετοχή του.
Κάθε συνεδρία διαρκεί κατά προσέγγιση 30 λεπτά, ενώ ο αριθμός των συνεδριών είναι συνάρτηση της πάθησης και της προόδου του ασθενή. Συνήθως χρειάζονται 10 με 20 συνεδρίες οι οποίες γίνονται με συχνότητα 1 έως 5 φορές εβδομαδιαίως.
Η βιοανάδραση έχει ένδειξη στην αποκατάσταση του χρόνιου μυοσκελετικού πόνου συμπεριλαμβανομένου του πόνου από αρθρίτιδα, μυϊκό σπασμό, οσφυαλγία, αυχεναλγία κ.α. καθώς και στην ενδυνάμωση και επανεκπαίδευση μυών μετά από τραύμα, χειρουργική επέμβαση ή νοσήματα του νευρικού συστήματος (ημιπληγία, σπαστικότητα μυών κ.α.).
Καλά αποτελέσματα φαίνεται να υπάρχουν επίσης σε κεφαλαλγία τάσης, άσθμα, διάφορα νοσήματα πεπτικού, στον έλεγχο της ακράτειας καθώς και στη γενική χαλάρωση και τον έλεγχο του άγχους του ασθενή.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου